Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009

Αντιο στο Πιθηκι μας.................

Είναι κάποιες απώλειες, που σε κάνουν να συνειδητοποιείς πόσο μικρή, λίγη και περαστική είναι η ζωή. Ακόμα κι αν δεν είναι πολύ κοντινών σου ανθρώπων...
συμμαθήτρια, συνοδοιπόρος στις σπουδές, αν και σε άλλη πόλη . Θυμάσαι που είχα έρθει να σε δω;
έφυγες ξαφνικά... , θα ερθω να σε αποχαιρετήσω...αλήθεια το 'θελω πολύ.
καλπάζουσα μορφή είπανε...
Ήσουν πολύ μικρή για να πεθάνεις ...
Καλό ταξίδι κοριτσάκι μου
Αφιερωμένο στη Μικρουλα. που έφυγε σήμερα από αυτόν τον κόσμο.
Κουραγιο Θοδωρη.............

καλο της ταξιδι Θοδωρη μου

Οτι κι αν πεις ό,τι κι αν πωΤούτη η ζωή μου μοιάζειΜε τρένο που δεν σταματά Κι όλο σταθμούς αλλάζειΕκείνο ξέρει που τραβάΚαι που σε κατεβάζειΣε πόσους δρόμους θα χαθείςΤη μέρα που χαράζειΚαλό ταξίδιΚι εγώ θα γράφω στο βαγόνιΚαλό ταξίδιΠάνω στο τζάμι που παγώνειΚαλό ταξίδιΚι εγώ θα γράφω στο βαγόνι Στιχάκια με το δάχτυλο Στο τζάμι που παγώνειΚι αν μπει στο τρένο έρωταςΚαι την καρδιά σου κλέψειΣε κάποιο μακρινό σταθμό θα σου την επιστρέψειΜα ζήσε στο ταξίδι σουΣαν να 'ναι τελευταίοΚι αν βγούνε λάθος όλα αυτάΣε τίποτα δεν φταίωΚοίταξε να μην φοβηθείς Τα μάτια σου μην κλείσειςΚάπου μια θέση θα βρεθεί Κι εσύ για να καθίσειςΚι εγώ συνταξιδιώτης σουΘα γράφω στο βαγόνιΣτιχάκια με το δάχτυλο Στο τζάμι που παγώνει
_______________________________________________________
θαναι παντα μαζι μας ....ειμαι εδω γυρω Θοδωρη οτι χρειαστεις......Η ψυχουλα της θαναι παντα μαζι σου......

Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

kiss


-You know you have a deep sight!
-You mean a deep sight with my words or with my sight?
-Your sight is so deep…
-And I guess you like it…
-Well it goes so deep inside me…
-And I guess I can control a lot of things with this…
-Well yes, for sure a lot of things…
-And I guess I can control a lot of women too…
-Well, I’m sure you can, a lot of us…
-And I guess you are one of these I can control…
-Well you can say…
-I don’t have time…
-If you had some more time definitely…
-I owe you a kiss…
-Bye Bye…
-A French kiss…
-Bye Bye…
-Bye…

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

Γυναίκα - Ν.Καββαδίας - Θ.Μικρούτσικος-Χ. Θηβαίος


Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρναΑλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ ΜαρίαΤο φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην ΑλταμίραΣαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ' είδες;Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσειτη νύχτα που θεμέλιωναν τις ΠυραμίδεςΤο τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικόέχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.Γυμνή. Μονάζα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοίμες του Giorgione το αργαστήρι.Πέτρα θα τού' ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.Τί σού'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένωως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα

Τρίτη 11 Αυγούστου 2009


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα τόσο δα μικρούλι ποντικάκι. Είχε φτιάξει την φωλίτσα του στην ρίζα ενός δέντρου και όλη την ημέρα την περνούσε στο δάσος μαζεύοντας καρπούς και ξυλαράκια.
Λίγο πριν σκοτεινιάσει επέστρεφε στην μικρούτσικη φωλιά του, άναβε το τζάκι με τα ξυλαράκια και με ηρεμία έτρωγε τους λιγοστούς καρπούς που είχε μαζέψει καθώς έτσι μικρούλι και καχεκτικό που ήταν δεν είχε την δύναμη να κουβαλήσει πολύ τροφή.
Παρόλα αυτά και μ’ αυτούς τους λίγους καρπούς ήταν ευχαριστημένο. Εξάλλου τόσο μικρό και αδυνατούλι που το έφτιαξε η φύση δεν χρειαζόταν δα και πολύ φαγητό για να χορτάσει. Το μόνο που το πείραζε καμιά φορά ήταν που τα άλλα ποντίκια, εκμεταλλευόμενοι το μέγεθος του, συνεχώς το αποπαίρνανε, το χλεύαζαν και το συμπεριφερόταν άσχημα.Μάλιστα δεν ήταν λίγες οι φορές που του έκλεβαν και τους καρπούς που με τόση δυσκολία κουβαλούσε στην φωλιά του. Έτσι το ποντικάκι δεν είχε πολλά πάρε-δώσε με τα υπόλοιπα ποντίκια και κάθε φορά που συναντούσε κάποιο περιοριζόταν στα τυπικά χωρίς να επιδιώκει ιδιαίτερες σχέσεις.Με τον καιρό το ποντικάκι απομονώθηκε από τα υπόλοιπα ποντίκια τα οποία τον θεωρούσαν πολύ ιδιόρρυθμο και περίεργο. Ίσως μερικά να πίστευαν ότι ήταν και τρελό να ζει μονάχο του τόσο καιρό. Το είχαν κολλήσει διάφορα υποτιμητικά επίθετα και πάντα το κοιτούσαν με καχύποπτο μάτι εάν τύχαινε ποτέ και το έβλεπαν.Έτσι με τον καιρό, αντί το ποντικάκι να φοβάται μη τυχόν συναντήσει κάποιο άλλο ποντίκι, ήταν τα άλλα τα ποντίκια που ένιωθαν άβολα όταν το έβρισκαν στον δρόμο τους και προσπαθούσαν να το αποφύγουν.Έτσι περνούσαν οι μέρες η μία μετά την άλλη. Το ποντικάκι όσο ευτυχισμένο κι αν ένιωθε μέσα στην μοναξιά του, είχε κρυφό παράπονο που το μικρό του μέγεθος τον είχε αναγκάσει να ζει τόσο μακριά από τα υπόλοιπα ποντίκια.Μια συνηθισμένη μέρα, όπως γυρνούσε από το δάσος άκουσε γοερό κλάμα κι αναστεναγμούς μέσα από ένα θάμνο. Τρέχει να δει τι συμβαίνει και βλέπει ένα τοσοδούλικο σπουργιτάκι να κλαίει μ’ αναφιλητά.«Γιατί κλαις σπουργιτάκι μου» του λέει.- «Έπεσα σε μεγάλη καταιγίδα και φοβερό τυφώνα και έσπασε η φτερούγα μου και τώρα δεν μπορώ να πετάξω και έτσι μικρό κι αδύναμο που είμαι θα με φάνε τα θηρία του δάσους» του απάντησε.«Μην φοβάσε σπουργιτάκι» του αποκρίνεται, "να… έχω εδώ ξυλαράκια από το δάσος να σου φτιάξω ένα νάρθηκα για την σπασμένη σου φτερούγα… και καρπούς να φας να δυναμώσεις και να γίνεις καλά».- «Μα αυτά τα έχεις μαζέψει για να ζεστάνεις την φωλιά σου και να χορτάσεις την δική σου πείνα» γυρίζει όλο απορία και του αποκρίνεται το σπουργιτάκι.«Μην στεναχωριέσαι, δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα κοιμηθώ νηστικός σε μια παγωμένη φωλιά, εξάλλου το δάσος είναι μεγάλο και μπορώ να βγω να μαζέψω άλλους καρπούς, αρκετούς και για τους δυο μας», απάντησε αμέσως το ποντικάκι, ξέροντας όμως πως θα έπρεπε να υπερβάλει τις δυνάμεις του για να κάνει κάτι τέτοιο.Κι έτσι το ποντικάκι, χωρίς άλλη κουβέντα, έφτιαξε έναν γερό νάρθηκα να κρατήσει την σπασμένη φτερούγα και μ’ όση δύναμη που του είχε απομείνει από την κούραση της ημέρας κουβάλησε το σπουργιτάκι στην μικρή του φωλιά.Με τα υπόλοιπα ξυλαράκια άναψε την φωτιά στο τζάκι και έδωσε όλους τους καρπούς που είχε μαζέψει στο τραυματισμένο σπουργίτι. Βλέποντας όμως πως δεν είναι αρκετοί αποφάσισε ότι θα έπρεπε να μαζέψει κι άλλους.Έτσι, μόλις το σπουργιτάκι αποκοιμήθηκε, βγήκε στο δάσος για τροφή. Κάτι εξαιρετικά σπάνιο για ένα ποντίκι, καθώς η νύχτα στο δάσος ήταν πολύ επικίνδυνη ακόμη και για πολύ μεγαλύτερα σε μέγεθος και δύναμη ζώα.Παρόλα αυτά, το ποντικάκι όχι μόνο βγήκε, αλλά μάζεψε τόσο πολλούς καρπούς και ξυλαράκια που με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να τα σύρει πίσω στην φωλιά. Για μέρες πολλές το ποντικάκι φρόντιζε το σπουργιτάκι.Έβγαινε στο δάσος και έφερνε κάθε φορά όλο και περισσότερους καρπούς καθώς θα έπρεπε το σπουργιτάκι να έχει άφθονη τροφή για να γιατρευτεί η σπασμένη του φτερούγα. Πολλές φορές μάλιστα το ποντικάκι αναγκαζόταν να βγαίνει και νύχτες για τροφή έτσι ώστε το σπουργιτάκι να έχει ένα πλούσιο πρωινό την επόμενη μέρα.Μέρα με τη μέρα, το σπουργιτάκι δυνάμωνε όλο και πιο πολύ με τις φροντίδες από το ποντικάκι και άρχισε να αναπτύσσεται μια δυνατή φιλία μεταξύ τους. Το σπουργιτάκι έλεγε στο ποντικάκι πόσο πολύ του άρεσε να πετάει, του έλεγε για το παράπονο του που δεν γεννήθηκε μεγάλο και δυνατό και ήταν αναγκασμένο να ανέχεται τον χλευασμό και τα πειράγματα από τα άλλα μεγαλύτερα πουλιά του δάσους.Και το ποντικάκι του αποκρινόταν ότι η ουσία δεν είναι να είναι κάποιος δυνατός αλλά να έχει μεγάλη ψυχή και να εκτιμά αυτά που τόσο απλόχερα χαρίζει το δάσος.Και συνήθιζε τότε το σπουργιτάκι να του απαντά ότι το ποντικάκι είχε πολύ μεγάλη ψυχή και πολύ μεγάλη καρδιά που ούτε λιοντάρι δεν την είχε. Και κάθε μέρα, αισθανόμενο ευγνωμοσύνη, δεν σταματούσε να το ευχαριστεί για την καλοσύνη που του είχε δείξει.Και πράγματι το ποντικάκι άρχισε να νιώθει μέρα με τη μέρα δυνατός σαν λιοντάρι και το όφειλε σε αυτό το σπουργίτι που του έδειξε πόσα μεγάλα πράγματα θα μπορούσε να κάνει εάν για λίγο παράβλεπε την αδυναμία του μεγέθους του και ένιωθε το μεγαλείο της ψυχής του.Μάλιστα όταν κοιτούσε τον καθρέφτη νόμιζε ότι μπορούσε να διακρίνει και μια χαίτη να φυτρώνει γύρω από το λαιμό του την οποία άρχισε με επιμέλεια να κουρεύει καθημερινά καθώς γινόταν πολύ λόγος από τα υπόλοιπα ποντίκια για εκείνο το σπουργιτάκι που είχε στη φωλιά του και δεν ήθελε να προκαλεί τα βλέμματα των άλλων πάνω του.Έτσι, δεν άργησε το ποντικάκι να πιστεύει ότι ήταν γραφτό του να ζήσει για πάντα με το σπουργιτάκι. Αλλά και το σπουργιτάκι αναγνωρίζοντας τα αισθήματα που είχε το ποντικάκι γι’ αυτό έκανε κι εκείνο όνειρα για το μέλλον.
Όμως μόλις έθρεψε η φτερούγα του, το σπουργιτάκι ένιωθε πολύ άβολα μέσα στην μικρή φωλίτσα και με ανεβασμένο ηθικό ήθελε πάλι να κατακτήσει τους ουρανούς. Έτσι μια μέρα που γύρισε το ποντικάκι στην φωλιά του φορτωμένο καρπούς και ξύλα από το δάσος, αντί για το σπουργιτάκι, βρήκε μονάχα ένα γράμμα που περιείχε πολλές ευχαριστίες και ακόμα περισσότερες ευχές για το μέλλον.Το ποντικάκι στενοχωρήθηκε πολύ αλλά κατά βάθος ήξερε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να προσφέρει στο σπουργιτάκι την ελευθερία των αιθέρων. Έτσι το πήρε απόφαση πως τα σχέδια του να ζήσει για πάντα με το σπουργίτι ήταν όλα αδύνατα και ότι ποτέ δεν θα το δει ξανά στη ζωή του.Με πληγωμένη αλλά συνάμα σιδερένια καρδιά προσπάθησε να ξαναβρεί τους συνηθισμένους ρυθμούς της ζωής του. Ήταν όμως αδύνατο να ξεχάσει το μικρό του σπουργιτάκι, αυτό που του άλλαξε την ζωή, που το έκανε να μην σκιάζεται τα κυνηγάρικα ζώα της νύχτας και να μην στεναχωριέται από τα περιγελαστικά λόγια των άλλων ποντικών.Εντωμεταξύ, τα υπόλοιπα ποντίκια του δάσους είχαν αρχίσει να θορυβούνται με την αλλόκοτη συμπεριφορά του μικρού ποντικιού.«Δεν είναι δυνατό…» έλεγαν, «ένα ποντίκι να ζει μαζί με ένα σπουργίτι».«Και ποιος είναι αυτός δηλαδή, να μαζεύει τόσο πολύ τροφή και ξύλα από το δάσος και να την στερεί από τις δικές μας οικογένειες» πρόσθεταν με στόμφο άλλα.«Να σηκωθεί να φύγει κι αυτός και το παλιο-σπουργίτι του από το δάσος μας… κι αν δεν φύγει μόνος του να τον διώξουμε εμείς» συμπλήρωναν τα πιο θερμόαιμα.Μέχρι που μια μέρα αποφάσισαν όλα μαζί να πάνε στην φωλιά του μικρού ποντικιού για να του κοινοποιήσουν τις αποφάσεις τους χωρίς να γνωρίζουν βέβαια ότι το σπουργίτι τους είχε ήδη προλάβει σε αυτή τους την κίνηση ... αλλά για τους δικούς του λόγους.Όλα μαζί, μικρά και μεγάλα, αρσενικά και θηλυκά, μαζεύτηκαν γύρω από την ρίζα του δέντρου που είχε φτιάξει το ποντικάκι την φωλίτσα του κι άρχισαν να του φωνάζουν:«Να φύγεις απ’ το δάσος μας, να φύγεις κι εσύ και το σπουργίτι σου».«Τι σόι ποντίκι είσαι εσύ που ζήσεις μ’ ένα σπουργίτι;».«Ρεζιλίκια, τα ποντίκια να ζουν με τα σπουργίτια»κι άλλα τέτοια αισχρά που ανάγκασαν το ποντικάκι όσο κι αν δεν το επιδίωκε να βγει έξω και για πρώτη φορά στη ζωή του να προστατεύσει τις επιλογές του.Βρωμερά και σιχαμένα ποντίκια…» τους είπε, «ποιοι είστε εσείς που θα κρίνεται τους άλλους, που μήτε την ουρά σας δεν μπορείτε να σεβαστείτε;».«Μια ζωή με αποπαίρνατε και με χλευάζατε γιατί δεν μπορούσατε να αποδεχτείτε το διαφορετικό και τώρα ανίκανα και κοντόφθαλμα πλάσματα πάλι το ίδιο πράττετε σε βάρος κάποιου που ούτε καν τον ξέρετε και μπρος σας δεν τον είχατε ποτέ σας συναντήσει».«Σας πρόλαβε, ανόητα και θλιβερά ποντίκια και χάρισμα σας το δάσος και οι βρωμερές φωλιές σας …» Κι όσο μιλούσε το ποντικάκι τόσο πιο πολύ ύψωνε την ένταση της φωνής του. Και όσο ανέβαινε η ένταση της φωνής του, τόσο πιο πολύ οργή έβγαζαν τα λόγια του.Κι όσο πιο πολύ οργή ξεχυνόταν από μέσα του, τόσο πιο πολύ ένιωθε την καρδιά του να χτυπά και να μεγαλώνει, μέχρι που, από ένα σημείο και μετά η φωνή του έγινε στριγκλιά και η στριγκλιά του βροντή και η βροντή βρυχηθμός.Εεε…, δεν ήθελαν και πολύ τα ποντίκια, ήταν και αυτή η χαίτη που από τότε που έφυγε το σπουργιτάκι δεν είχε κουρευτεί… ήταν και η αμφιβολία για το άδικο που διεκδικούσαν… και χωρίς πολλά-πολλά, με τον πρώτο βρυχηθμό άρχισαν να τρέχουν τρομοκρατημένα αριστερά και δεξιά για να κρυφτούν ουρλιάζοντας με φρίκη:«Το ποντίκι έγινε λιοντάρι!! Το ποντίκι έγινε λιοντάρι!!».Μια αρκούδα μάλιστα που έτυχε να περνάει από εκεί κοντά, έτρεξε κι αυτή φοβισμένη κάπου να κρυφτεί μη τυχόν και συναντήσει το τρομερό λιοντάρι που έβγαζε αυτόν τον τρομακτικό βρυχηθμό. Μετά από αυτό το επεισόδιο, το ποντικάκι ένιωσε ότι δεν μπορεί πια να παραμείνει κοντά στα υπόλοιπα ποντίκια κι αποφάσισε να φύγει μακριά, κάπου που να μην το ξέρουν.Είχε ακούσει από τις ιστορίες της σοφής κουκουβάγιας για ένα μέρος στην άκρη του δάσους όπου έβρισκαν καταφύγιο όλα τα κατατρεγμένα ζώα. Έτσι λοιπόν αποφάσισε να βρει αυτό το μέρος και να ζήσει εκεί μακριά από τα ύπουλα και ζηλόφθονα μάτια των υπόλοιπων ποντικών. Έτσι κι έγινε.Για μήνες περιπλανιόταν στο δάσος, πότε με οδηγό το ένστικτό του και πότε ρωτώντας τα ζώα που συναντούσε, για εκείνο τον περίεργο και απόκοσμο τόπο, μέχρι που τελικά έφτασε στο πιο σκοτεινό και απόμακρο σημείο του δάσους, στην «χώρα της λήθης».Με το που βρέθηκε εκεί ένιωσε σαν το σπίτι του. Αν και το μέρος αυτό ήταν σκοτεινό, κρύο και αφιλόξενο, αμέσως το ένιωσε πολύ οικείο. Σύντομα άρχισε να συναντάει πολύ περίεργα πλάσματα αλλά τόσο, μα τόσο φιλικά.
Το πρώτο που συνάντησε ήταν μια κάργια που είχε τόσο υπέροχη και γλυκιά φωνή που έμοιαζε με κελάιδισμα αηδονιού. -«Καλώς το ποντίκι που βρυχάται!» του είπε μόλις τον είδε.- «Και που με ξέρεις εσύ;» της αποκρίνεται με αμηχανία.
«Η κουκουβάγια μας είπε για σένα πριν πολύ καιρό… αλλά δεν θέλει και πολύ να καταλάβω ποιος είσαι. Σε προδίδει η χαίτη γύρω από το λαιμό…» του ανταποκρίνεται καθώς του άπλωσε το χέρι της χαμογελώντας φιλικά για το καλώς όρισες.Η κάργια του σύστησε κι άλλα ζώα που ζούσανε εκεί και το ποντικάκι έγινε σύντομα φίλος και μ’ ένα γουρουνάκι που ήξερε να χορεύει καλύτερα κι από φλαμένγκο. Και τα αλλόκοτα ζώα της «χώρας της λήθης» δεν είχαν τελειωμό.Ένας τυφλοπόντικας που μπορούσε να βλέπει μακρύτερα κι από γεράκι, μια κότα που ήταν ολόιδιο παγώνι, ένα φίδι με τρίχωμα αλεπούς, κι άλλα κι άλλα πολλά. Κι οι μέρες περνούσαν πολύ όμορφα εκεί.Συχνά τα «πλάσματα της λήθης» βρισκόντουσαν σε μεγάλες παρέες και έλεγε καθένα την ιστορία του επιδεικνύοντας με καμάρι τα ιδιαίτερα χαρίσματα που τα έκανε τόσο διαφορετικά από τα υπόλοιπα.Μονάχα το ποντικάκι ποτέ δεν είχε πει την δική του ιστορία. Ίσως γιατί δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει σ’ αυτή την αγάπη και φιλία που του χάριζαν τα υπόλοιπα αλλόκοτα ζώα.Χαιρόταν όμως πάρα πολύ να ακούει τις ιστορίες τους και δεν χόρταινε να βλέπει το γουρουνάκι να κάνει τις εκπληκτικές του πιρουέτες συνοδευμένες από το μελωδικό τραγούδι της κάργιας.Μέχρι που ένα βράδυ όλα τα ζώα βάλθηκαν να πείσουν το ποντικάκι να πει επιτέλους την δική του ιστορία και να το ακούσουν έστω και μια φορά να βρυχάται. Έτσι κι έγινε, το ποντικάκι έβαλε όλη του την δύναμη κι έβγαλε ένα πολύ τρομερό και δυνατό βρυχηθμό που έκανε όλα τα υπόλοιπα ζώα να παγώσουν προς στιγμή από τον φόβο τους.Μετά, αφού τους καθησύχασε άρχισε να τους λέει την ιστορία του και το παράπονό του για το σπουργιτάκι και τον ξαφνικό αλλά δικαιολογημένο φευγιό του. Αφού τελείωσε την ιστορία του τα υπόλοιπα ζώα άρχισαν να σιγοψιθυρίζουν αναμεταξύ τους μέχρι που ένα άλογο με φτερά κύκνου γυρίζει και του λέει όλο αυθάδεια:Μα είχανε δίκιο τα υπόλοιπα ποντίκια που θέλανε να σε διώξουνε. Δεν είναι και λίγο πράγμα να θέλεις να ζήσεις με ένα σπουργίτι!!»Το ποντικάκι ξαφνιάστηκε και όταν και τα υπόλοιπα ζώα άρχισαν να συμφωνούν με το άλογο και να τον επικρίνουν ένιωσε πολύ άσχημα και τόση μεγάλη ντροπή που αναγκάστηκε χωρίς να μιλήσει να φύγει με σκυμμένο το κεφάλι.Τίποτα πια δεν ήταν το ίδιο. Ένιωθε πλέον το σκοτάδι να τον πνίγει και κάθε μέρα που περνούσε ήταν σαν να κρύωνε ο αέρας όλο και πιο πολύ γύρω του. Τα υπόλοιπα ζώα άρχισαν να τον κοιτούν περίεργα κι εκείνο άρχισε σιγά-σιγά να τα αποφεύγει.Μονάχα την κάργια συναντούσε που-και-που και το γουρουνάκι αλλά κι αυτά με τον τρόπο τους έμοιαζαν σα να ήθελαν να απομακρυνθούν από κοντά του. Οι εμφανίσεις του γινόταν όλο και λιγότερες μέχρι που εξαφανίστηκε και κανένας δεν το είδε ποτέ πια.Μόνο μετά από χρόνια πολλά, η κουκουβάγια, σε ένα από ταξίδια της όταν σταμάτησε να ξεκουραστεί για λίγο στην «χώρα της λήθης», μίλησε για ένα περίεργο ζώο που συνάντησε ψηλά σε ένα μακρινό και ψηλό βουνό.«… εκεί Θεέ μου ήταν τόσο ψηλά που και σκουλήκι να ήσουν, ένιωθες ότι πετάς. Εκεί λοιπόν είδα το πιο αλλόκοτο πλάσμα στον κόσμο. Έμοιαζε πολύ μ’ εκείνο το ποντίκι που βρυχιόταν κι αν δεν είχε εκείνα τα τέσσερα πόδια, θα έπαιρνα όρκο σας λέω, πως ήτανε αητός! …»
------------------------------------------------

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

το να ζεις έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση είναι θλιβερό, αλλά το να ζεις μία ζωή χωρίς έρωτα είναι αβάσταχτο


H Σονάτα του Σεληνόφωτος !(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού.Μια ηλικιωμένηγυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο.Δεν έχουν ανάψει φως.Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο)Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, -δε θα φαίνεταιπου άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάριθα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.Άφησέ με να έρθω μαζί σου.Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνουλησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.Άφησε με να έρθω μαζί σουλίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου,ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεταιη πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,τόσο αδιάφορη κι άυλητόσο θετική σαν μεταφυσικήπου μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.Άφησε με να έρθω μαζί σου....Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη,ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μουσαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,(δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μουείναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου)Άφησε με να έρθω μαζί σουΤο ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.Άφησε με να έρθω μαζί σου...Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό, οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τα γόνατά της ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα. Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, -όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει -μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω στο στιλβωτήριο της γωνίας, ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα, τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια, όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο, τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί ή να σκουπίζω τα μάτια μου, -διατήρησα καλή την όρασή μου, ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.... Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες -8, 16, 32, 64, κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια, (συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου λεγα για την πολυθρόνα ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο, μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, -φοβήθηκα τ' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε, και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι. Άφησε με να έρθω μαζί σου... Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του ΑϊΝικόλα, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι που 'ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε ντυμένος την αχλύ και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος, και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα, έτσι λευκή κι απρόσιτη ν' ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα, στη λευκότητα του σεληνόφωτος, πυρπολημένη απ' τ' αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ' τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων, πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα, άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο, στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα 'βλεπα) -ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις, σου φτάνει ο θαυμασμός σου, θε μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων γιατί, έτσι πολιορκημένη απ' έξω κι από μέσα, άλλος δρόμος δε μου 'μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. -Όχι, δε φτάνει. Άφησε με να έρθω μαζί σου ... Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια,έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνεσα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαροπέρα απ' τη ζωή μου και τη ζωή σου,πέρα πολύ. Δε φτάνει.Άφησε με να έρθω μαζί σου.Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφένα στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζινα στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σουνα βάζεις τον ώμο σου κάτω απ' το δοκάρι που κρέμασε.Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ' ανοίξεις.Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεναντέχω.Άφησε με να έρθω μαζί σου....Τούτο το σπίτι, παρ όλους τους νεκρούς του,δεν εννοεί να πεθάνει.Επιμένει να ζει με τους νεκρούς τουνα ζει απ' τους νεκρούς τουνα ζει απ' τη βεβαιότητα του θανάτου τουκαι να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς τουσ' ετοιμόρροπα κρεββάτια και ράφια.Άφησε με να έρθω μαζί σου.Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς,είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη,κάτι θα τρίξει, -ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,κάποια βήματα ακούγονται, -δεν είναι δικά μου.Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ' αυτόν ή τον άλλον καθρέφτη,πίσω απ' την σκόνη και τις ραγισματιές,διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσειςκαθάριο κι αδιαίρετο.Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτοσαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου; όσο κι αν διψώ, -πως να το φέρω; -Βλέπεις; έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, -αυτό μου απόμεινε,αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω.Άφησε με να έρθω μαζί σου...Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθησηπως έξω απ' τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με τη γριά βαρειά του αρκούδαμε το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλιασηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμοένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουποκαι τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνοκαι δεν τ' αφή-νουν πιαν να βγουν έξωμ' όλο που πίσω απ' τους τοίχους μαντεύουντο περπάτημα της γριάς αρκούδας κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της, μην ξέροντας για πού και γιατίέχει βαρύνει, δεν μπορεί πιανα χορεύει στα πισινά της πόδιαδεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς,και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά,παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της,δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωήμε τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου έστω κι ενός αργού θανάτουτην τελική της ανυπακοή στο θάνατομε τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της.Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι; Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεταιυπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη τηςστις πενταροδεκάρες που της ρίχνουνετα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα) και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανετο μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ.Άφησέ με να έρθω μαζί σου...Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίναείναι σαν το βυθό της θάλασσας.Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρογγυλά,μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μουδεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,δεν μπορώ ν' ανέβω πάλι στην επιφάνειαο δίσκος μου πέφτει απ' τα χέρια άηχος, -σωριάζομαικαι βλέπω τις φυσαλίδες απ' την ανάσα μου ν' ανεβαίνουν,ν' ανεβαίνουνκαι προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεταιαπό πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς; Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάριακαι θυσαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα,μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια,μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω όχι τα δίνω,μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουνπάντως εγώ τα δίνω.Άφησέ με να έρθω μαζί σου...Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να 'ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάριδε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα; Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο τι δυνατό το στήθος σου,-τι δυνατό φεγγάρι, -η πολυθρόνα, λέω κι όταν σηκώνωτο φλιτζάνι απ' το τραπέζιμένει από κάτω μιά τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μουεπάνωνα μην κοιτάξω μέσα, -αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του,και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμουμην κοιτάξεις μέσα,έχει μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει μην κοιτάξεις,μην κοι-τάχτε,ακούστε με που σας μιλάω θα πέσετε μέσα.Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος θα πέσεις, ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστιριακές φωνές δεν τις ακούτε; Βαθύ-βαθύ το πέσιμο,βαθύ-βαθύ το ανέβασμα,το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ' ανοιχτά φτερά του,βαθειά-βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος ο ίλιγγος τούτος, -πρόσεξε, θα πέσεις.Μην κοιτάς εμένα,εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα ο εξαίσιος ίλιγγος.Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες..Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμμιάν ασπιρίνη, άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν οι σωλήνες του νερού, ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη, ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον; αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια, τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματα μου, χωρίς καθόλου βαλίτσες τι να τις κάνεις; Άφησέ με να έρθω μαζί σου.... Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα.Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπεινα βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, -όχι, όχι το φεγγάριτην πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της,την πολιτεία του μεροκάματου,την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, ν' ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας,να μην ακούω πια τα βήματα σουμήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα.Καληνύχτα..(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει.Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", μόνο το πρώτο μέρος.Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κι ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απαιλευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αη-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει:"Η παρακμή μιάς εποχής".Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ το σπίτι.Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνίες του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση.Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει.) ... ...................
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (Εξομολογητική εκμυστήρευση των πιο μύχιων πόθων,εσωτερικών αποτυχιών,διαψεύσεων του ίδιου προσώπου.Τα λόγια της κραυγής ενός ανθρώπου πουανηφοράει με γνώση μέσα στη "σοφία της μοναξιάς του" .Έχει εύστοχα επισημανθεί ότι εκφράζει "ένα φόρτο ματωμένης και ακατανίκητης-προαιώνιας συνείδησης" .Αδικαίωτες οι ελπίδες των ανθρώπων τελικά που απαρνήθηκαν την ύπαρξή τους επειδή ενέδωσαν στον εκβιασμό των κοινωνικών συμβάσεων. )

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑΣ


Το δάσος ήταν το σπιτικό μου.. Ζούσα εκεί και νοιαζόμουν γι’ αυτό.Προσπαθούσα να το διατηρώ ταχτικό και καθαρό.Κάποτε, μια ηλιόλουστη μέρα, ενώ προσπαθούσα να συμμαζέψω κάτι σκουπίδια που είχε παρατήσει ένας κατασκηνωτής, άκουσα βήματα. Πήδηξα πίσω από ένα δέντρο και είδα ένα μικρό κορίτσι να έρχεται από ένα μονοπάτι, κρατώντας ένα καλάθι. Μου φάνηκε ύποπτη από την αρχή γιατί φορούσε αστεία ρούχα ολοκόκκινα, και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με μια κουκούλα σαν να μην ήθελε να την αναγνωρίσουν.Φυσικά την σταμάτησα για να ερευνήσω το ζήτημα. Την ρώτησα ποια ήταν, που πήγαινε, από που ερχόταν κ.τ.λ. Μου είπε μια ιστορία για κάποια γιαγιά που πήγαινε να την επισκεφθεί και να της πάει φαγητό.Έδειχνε βασικά έντιμο και σοβαρό άτομο !!! αλλά βρισκόταν στο δάσος μου και έδειχνε ύποπτη μ’αυτά τα ρούχα. ΄Έτσι αποφάσισα να της δείξω πόσο σοβαρό ήταν να εισβάλλει έτσι, χωρίς ειδοποίηση, ντυμένη αστεία.Την άφησα να συνεχίσει αλλά έτρεξα πριν από αυτήν στο σπίτι της γιαγιάς της. Όταν συνάντησα την συμπαθητική γριούλα της εξήγησα το πρόβλημά μου και συμφώνησε ότι η εγγονή της χρειαζόταν ένα μάθημα. Η γριούλα συμφώνησε να κρυφτεί ώσπου να την φωνάξω. Έτσι, κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι. Όταν έφτασε το κορίτσι την κάλεσα να μπει στην κρεβατοκάμαρα όπου βρισκόμουν στο κρεβάτι ντυμένος σαν τη γιαγιά. Το κορίτσι ήρθε με τα κόκκινα μαγουλά της και είπε κάτι άσχημο για τα μεγάλα μου αυτιά. Με είχαν προσβάλλει κι άλλοτε και έτσι προσπάθησα να πω κάτι θετικό. Είπα ότι, ίσως, τα μεγάλα μου αυτιά, μου επέτρεπαν να την ακούω καλύτερα. Δηλαδή έδειχνα ότι την συμπαθούσα και ήθελα να προσέχω αυτά που λεει. Αλλά έκανε άλλο ένα καλαμπούρι για τα γουρλωτά μου μάτια. Τώρα καταλαβαίνετε πώς άρχισα να αισθάνομαι γι’ αυτό το κορίτσι που έβαζε ένα ευγενικό προσωπείο αλλά ήταν τόσο κακοήθης. Παρ’ όλα αυτά έχω την τακτική να γυρίζω και το άλλο μάγουλο και της είπα ότι τα γουρλωτά μου μάτια με βοηθούν να την βλέπω καλύτερα. Η επόμενη προσβολή στ’ αλήθεια με νευρίασε. Έχω κάποιο σύμπλεγμα για τα μεγάλα μου δόντια κι αυτό το κορίτσι έκανε μία προσβλητική παρατήρηση. Ξέρω ότι θα έπρεπε να μην χάσω την ψυχραιμία μου αλλά πήδηξα από το κρεβάτι και της φώναξα πως τα μεγάλα μου δόντια ήταν χρήσιμα για να την φαω καλύτερα.Τώρα ας είμαστε ειλικρινείς, κανείς λύκος δεν θα έτρωγε ποτέ ένα κορίτσι, απλά ήθελα να πάρει το μάθημά της , αλλά αυτό το τρελοκόριτσο συνέχισε να φεύγει !Αλήθεια δεν ήθελα να την χάσω ... και ήταν τόσο τρομαγμένη ... η μικρούλα μου!Έπρεπε όπωσδήποτε να την προλάβω γαι να μη μου χαθεί μες το πυκνό δάσος...και την ΠΡΟΛΑΒΑ!!

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

Μπρίντα


καθένας μας
μπορεί να υιοθετήσει δύο στάσεις στη ζωή του: να Χτίζει ή να Φυτεύει.
Οι χτίστες μπορεί να χρειαστούν χρόνια για το έργο τους,
μια μέρα όμως τελειώνουν αυτό που έκαναν και περιορίζονται
από τους ίδιους τους τοίχους τους.
Οταν ολοκληρώνεται το χτίσιμο, η ζωή χάνει το νόημά της.
Εκείνοι που φυτεύουν μπορεί να υποφέρουν από τις καταιγίδες
και σπάνια ξεκουράζονται.
Ένας κήπος όμως δε σταματά ποτέ να αναπτύσσεται
και παρόλο που απαιτεί την προσοχή του κηπουρού,
του δίνει παράλληλα και τη δυνατότητα να ζήσει τη ζωή του σαν μια μεγάλη περιπέτεια.
(Από το βιβλίο του Κοέλο, "Μπρίντα" που μας θυμίζει πως η δημιουργία και η μαγεία είναι ακόμα απαραίτητες στην ζωή μας)

Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Η σούτρα του ηλιοτροπίου



Περπάτησα στις πλευρές της αποβάθρας με τις μπανάνες και τα κονσερβοκούτια κι έκατσα
κάτω απ' τον ίσκιο μιας μηχανής της Σάουθερν
Πάσιφικ να δω το ηλιοβασίλεμα
πάνω απ' τους λόφους με τα χαμόσπιτα και να κλάψω.
Ο Τζακ Κέρουακ έκατσε δίπλα μου πάνω σ' έναν σπασμένο σκουριασμένο πάσσαλο, σύντροφός μου,
είχαμε τις ίδιες σκέψεις της ψυχής, ταλαίπωροι και μελαγχολικοί με μάτια
θλιμμένα, ζωσμένοι απ' τις ατσάλινες ροζιασμένες ρίζες
των δέντρων των μηχανημάτων.
Το λιγδιασμένο νερό του ποταμού καθρέφτιζε τον κόκκινο
ουρανό, ήλιος πεσμένος στις
τελευταίες κορυφές του Φρίσκο, κανένα ψάρι σ' αυτό το ρέμα, κανένας ερημίτης
σ' αυτά τα βουνά, μονάχα εμείς εδώ τσιμπλήδες με πονοκέφαλο από μεθύσι σαν
παλιοί αλήτες στην ακροποταμιά, κουρασμένοι και σαΐνια.
Κοίτα το Ηλιοτρόπιο, μου 'πε, υπήρχε μια πεθαμένη γκρίζα σκιά κόντρα στον ουρανό, μεγάλη
σαν άνθρωπος, καθισμένη ξερή στην κορφή ενός σωρού από αρχαίο πριονίδι -
- Έτρεξα 'κει μαγεμένος - ήταν το πρώτο μου ηλιοτρόπιο, μνήμες του Μπλέηκ -
τα οράματά μου - το Χάρλεμ
και η κόλαση των ποταμών στα Ανατολικά, γέφυρες που κλαγγάζουν Λιγδιασμένα Σάντουιτς
του Τζο, χαλασμένα παιδικά καροτσάκια, μαύρα φαγωμένα λάστιχα αυτοκινήτων
ξεχασμένα και σκασμένα, το ποίημα της ακροποταμιάς,
καπότες και καθίκια, ατσάλινα
μαχαίρια, τίποτα ανοξείδωτο, μονάχα η λασπερή βρόμα
και τα κοφτερά σαν
ξυράφι τεχνουργήματα που περνάνε στο παρελθόν -
και το γκρίζο Ηλιοτρόπιο ζυγιαζόταν κόντρα στο ηλιοβασίλεμα, τσακισμένο ταλαίπωρο και
σκονισμένο με τη λέρα και την καταχνιά και τον καπνό
των γέρικων ατμομηχανών
στο μάτι του -
στεφάνι με θολά πέταλα τσαλαπατημένο και διαλυμένο σαν στραπατσαρισμένο στέμμα,
σπόρια πεσμένα απ' το πρόσωπό του, ξεδοντιασμένο - όπου να 'ναι - στόμα
ηλιόλουστου αέρα, ηλιαχτίδες λησμονημένες στο μαλλιαρό του κεφάλι σαν ξεραμένος
σκληρός ιστός αράχνης,
φύλλα που προεξέχουν απ' το κοτσάνι σαν χέρια,
χειρονομίες απ' την όλο πριονίδι ρίζα,
σπασμένα κομμάτια σοβά πεσμένα απ' τα μαύρα του κλωνάρια,
μια ψόφια μύγα
στο αφτί του,
Ανίερο στραπατσαρισμένο παλιόπραμα, ηλιοτρόπιό μου
Ω ψυχή μου, σ' αγάπησα τότε!
Η λέρα δεν ήταν ανθρώπου λέρα, μα θανάτου και ανθρώπινων ατμομηχανών,
όλο τούτο το κάλυμμα της σκόνης, τούτο το πέπλο
σκοτεινιασμένου σιδηροδρομικού
δέρματος, η καπνιά στα μάγουλα, τούτο το βλέφαρο μαύρου μαρτυρίου, τούτο
το καπνισμένο χέρι ή φαλλός ή τεχνητό εξόγκωμα χειρότερο
κι απ' τη βρόμα -
βιομηχανικό - μοντέρνο - όλος τούτος ο πολιτισμός που λερώνει το τρελό χρυσό σου στέμμα -
κι εκείνες οι θολές σκέψεις του θανάτου και τα σκονισμένα μάτια χωρίς αγάπη και
τ' απομεινάρια και οι μαραμένες ρίζες κάτω στον σπιτικό σωρό της άμμου και στο πριονίδι,
τα δολάρια του πληθωρισμού, το πετσί της μηχανής, τα κότσια και τα σωθικά του αυτοκινήτου
που κλαίει και βήχει, τα άδεια έρημα κονσερβοκούτια με τις σκουριασμένες τους γλώσσες στερημένες, τι άλλο
να κατονομάσω, τις καπνισμένες
στάχτες κάποιου πούρου της ψωλής, τα μουνιά στα καροτσάκια, και τα
γαλακτερά στήθια των αυτοκινήτων, φθαρμένοι κώλοι
καρεκλών και σφιγκτήρες
των δυναμό -
όλα πλεγμένα μες στις μουμιοποιημένες σου ρίζες - κι εσύ
στέκεσαι εκεί εμπρός μου στο
ηλιοβασίλεμα, κι όλη σου η δόξα στη μορφή σου!
Υπέροχη ομορφιά του ηλιοτροπίου! Τέλεια και εξαίρετη
αγαπημένη ύπαρξη του
ηλιοτροπίου! Ένα γλυκό φυσικό μάτι στο νέο φευγάτο φεγγάρι, που σηκώθηκε ζωντανό
και συνεπαρμένο αρπάζοντάς με στη σκιά του σούρουπου,
τη μηνιαία
χρυσή αύρα της ανατολής!
Πόσες μύγες βούιζαν γύρω σου, χωρίς να φταίνε 'κείνες που 'σαι 'συ
μες στη βρόμα, ενώ
καταριόσουν τους ουρανούς του σιδηροδρόμου και την λουλουδένια ψυχή σου;
Φτωχό νεκρό λουλούδι είσαι; πότε λησμόνησες πως λουλούδι ήσουν; πότε κοίταξες
το πετσί σου κι αποφάσισες πως ήσουν μια ανίκανη βρόμικη
παλιά ατμομηχανή;
το φάντασμα της ατμομηχανής; το φάσμα και η σκιά
μιας άλλοτε τρελής ισχυρής
Αμερικάνικης ατμομηχανής;
Δεν ήσουν ποτέ ατμομηχανή Ηλιοτρόπιο, ήσουν ένα ηλιοτρόπιο!
Μην ξεχνάς τα λόγια μου! Κι εσύ Ατμομηχανή, ήσουνα μια ατμομηχανή!
Κι έτσι άρπαξα τον χοντρό σκελετό του ηλιοτροπίου
και τον κράτησα σφιχτά στο πλευρό μου
σαν σκήπτρο, και δίνω το κήρυγμά μου στην ψυχή μου, και στην ψυχή του Τζακ,
και σ' όποιου άλλου που θα ακούσει, την ψυχή.

- Δεν είμαστε το πετσί μας το βρόμικο, δεν είμαστε η φοβερή ανεμοδαρμένη σκονισμένη
αφάνταστη ατμομηχανή μας, είμαστε όλοι όμορφα
χρυσά ηλιοτρόπια μέσα μας,
ευλογημένα απ' την ίδια μας τη σπορά και χρυσά μαλλιαρά
γυμνά κατορθωμένα σώματα
που γίνονται τρελά μαύρα κανονικά
ηλιοτρόπια το ηλιοβασίλεμα, που τα
κρυφοκοιτάμε κάτω απ' τον ίσκιο της τρελής ατμομηχανής
της ακροποταμιάς στο ηλιοβασίλεμα του Φρίσκο με τους λόφους
και τα κονσερβοκούτια, το βράδυ της ρέμβης και της φαντασίας.

Άλεν Γκίνσμπεργκ (μτφ. Γιάννης Λειβαδάς)

θαλασσα




Την ακούω να μου ψιθυρίζει..ακούω τον αχό της..ανοίγω το παράθυρο..φυσάει ο αέρας τη κουρτίνα..κάποιος έρχεται..δεν γνωρίζω τα βήματά του..η πόρτα ανοίγει με το γλυκό φύσημα του αέρα..Την ακούω να μου μιλάει..πάντα..με ακολουθεί..την άκουγα και δυο ολόκληρες βδομάδες μέσα σε ατέλειωτη μοναξιά..και απελπησία..λίγο πριν το τέλος που δεν ήθελε να ρθει....δεν με πήρε όταν της αφέθηκα..με άφησε να συνεχίζω να ζω..είναι ο πιστός σύντροφος της ανάσας μου..το πιο γλυκό μου χτυποκάρδι..το νανούρισμα μου..το κρυμμένο μου αχ.....Και πάντα η θάλασσα πολλά μου λέει όταν αχεί... Ν. Καββαδίας

O αλυσοδεμένος ελέφαντας. Του Χόρχε Μπουκάι


Δεν μπορώ" του είπα. "Δεν μπορώ!" "Σίγουρα;" με ρώτησε αυτός. "Ναι. Πολύ θα ήθελα να να μπορούσα να σταθώ μπροστά της και να της πω τι νιώθω... Ξέρω, όμως, ότι δεν μπορώ!!!" Ο Χοντρός κάθισε σαν το Βούδα πάνω σ΄ εκείνες τις φριχτές μπλε πολυθρόνες του γραφείου του. Χαμογέλασε, με κοίταξε στα στα μάτια και, χαμηλώνοντας τη φωνή όπως έκανε κάθε φορά που ήθελε να τον ακούσουν προσεκτικά, μου είπε: "Να σου πω μια μια ιστορία..." Και χωρίς να περιμένει να συμφωνήσω, ο Χόρχε άρχισε να αφηγείται. Οταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών. Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του... Όμως, μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ΄ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος. Μιά αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του. Ωστόσο, το ξύλο ήταν ήταν αληθινα μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο βάθος μέσα στο έδαφος. Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δεντρα με τη δύναμη του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει. Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο. Μα τι τον κρατάει; Γιατί δεν το σκάει; Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο ,τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του ελέφαντα. Κάποιος μου εξηγησε ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος. Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: "Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;" Δε θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα. Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα - ευτυχώς για μένα - ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν΄ ανακαλύψει την απάντηση. Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν σ΄ένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός. Έκλεισα τα μάτια και φανάσθηκα τον νεογέννητο ανυπεράσπιστο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρ΄ όλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφερει, γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του. Φαντάσθηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο... Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του. Αυτος ο πανίσχυρος και θεόρατος ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής. Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του ειναι χαραγμένη στη μνήμη του. Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση. Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του... "Έτσι είναι, Ντεμιάν. Όλοι είμαστε λίγο - πολύ σαν τον τον ελέφανα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία. Ζούμε πιστεύοντας ότι "δεν μπορούμε" να κάνουμε ενα σωρό πράγματα , απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και και δεν τα καταφεραμε. Πάθαμε τότε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: "Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δε θα μπορέσω." Ο Χόρχε έκανε μια μεγάλη παύση. Ύστερα πλησίασε, κάθησε στο πάτωμα μπροστά μου και συνέχισε: "Αυτό σου συμβαίνει, Ντέμι. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός Ντεμιάν που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε. Ο μοναδικός τρόπος να μάθεις εάν μπορείς, είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή...Με όλη σου την ψυχή!
ΓΙΑ ΟΛΟΥς ΕΜΑς ΠΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΜΕ ΔΕΜΕΝΟΙ ΣΕ ΜΙΚΡΑ Η ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΛΟΥΚΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ ΚΡΥΒΟΥΜΕ ΚΑΙ ΔΕΙΛΙΑΖΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΜΠΡΟΣΤΑ.......

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

Πάουλο Κοέλο-Ο αλχημιστης


Ένας άνθρωπος ψάχνει το πεπρωμένο του και μετατρέπει το «κάρβουνο» σε «διαμάντι»… Τότε μου φάνηκε πως, ο χρόνος έμεινε ακίνητος και γιγαντώθηκε μέσα του η Ψυχή του κόσμου.Την κοίταξε στα μάτια της τα μαύρα και είδε ότι τα χείλη της δίσταζαν ανάμεσα σε ένα χαμόγελο και στην σιωπή κι εκείνη την στιγμή, ο Σαντιάγο , ένιωσε πως, είχε μάθει την γλώσσα που μιλούσε ολόκληρος ο κόσμος, την γλώσσα που, ο καθένας πάνω στην γη, καταλαβαίνει στην καρδιά του.Ήταν ο έρωτας!Κάτι πιο αρχαίο από την ανθρωπότητα.Κάτι πιο αιώνιο από την έρημο.…Οι γονείς του του έλεγαν πριν ερωτευτεί να γνωρίσει τον άλλον πολύ καλά. Ίσως όμως, όσοι το έλεγαν αυτό, να μην είχαν μάθει ποτέ την παγκόσμια γλώσσα.Γιατί όταν ξέρεις αυτή την γλώσσα είναι εύκολο να καταλάβεις ότι κάποιος στη μέση της έρημου, ή σε μια μεγάλη πόλη, σε περιμένει… Κι όταν δυο άνθρωποι συναντιούνται και τα μάτια τους σμίγουν, το παρελθόν και το μέλλον χάνουν την σημασία τους.Υπάρχει μόνο εκείνη η στιγμή και η απίστευτη βεβαιότητα ότι τα πάντα κάτω από τον ήλιο είναι γραμμένα από ένα μόνο χέρι. Είναι αυτό το χέρι που ξυπνάει τον έρωτα και δημιουργεί μια δίδυμη ψυχή, για κάθε άνθρωπο στον κόσμο. Χωρίς αυτό τον έρωτα τα όνειρά μας δεν θα είχαν κανένα νόημα…-Πώς να εμβαθύνω στην έρημο?Να ακούς την καρδιά σου. Εκείνη τα ξέρει όλα, επειδή προέρχεται από την Ψυχή του κόσμου και μια μέρα θα ξαναγυρίσει εκεί…Οι άνθρωποι φοβούνται ν’ ακολουθήσουν τα όνειρά τους, τα πιο σημαντικά, επειδή φοβούνται μήπως και δεν είναι άξιοι ή μήπως δεν τα καταφέρουν να τα πραγματοποιήσουν…Πες την καρδιά σου ότι ο φόβος της μήπως πονέσει είναι χειρότερος από τον ίδιο τον πόνο.Κι ότι καμία καρδιά δεν πονάει ποτέ όταν πηγαίνει να αναζητήσει τα όνειρα της επειδή κάθε δευτερόλεπτο της αναζήτησης είναι μια συνάντηση με το θεό και την αιωνιότητα…Και κάθε αναζήτηση τελειώνει με μια δύσκολη δοκιμασία του νικητή! Η πιο σκοτεινή ώρα της νύχτας είναι λίγο πριν ξημερώσει...

Πάουλο Κοέλο

ο Αλχημιστής!

Colors of the Wind...

Με πείσμα αρνούμαι να πιστέψω στην ζωή που μας προσφέρουν μέσα στα κλουβιά. Δεν είναι ζωή, είναι πλαστή γεύση ζωής. Δεν υπάρχει αξιοπρέπεια, όχι εκείνη που γνωρίζουμε. Πέραν της προσωπικής, πρέπει να υπάρχει και η αξιοπρέπεια της ζωής, της διαβίωσης. Δεν υπάρχει ελευθερία. Πέραν της συναισθηματικής, της εσωτερικής, υπάρχει κι εκείνη που πρέπει να μας περιβάλλει.
Έχει ακούσει κανείς τον άνεμο που περνά ανάμεσα στα φυλλώματα των δέντρων, των φυτών και των κλαδιών? Έχει ακούσει κανείς τον άνεμο να χαϊδεύει την επιφάνεια του νερού? Έχει ακούσει κανείς την βροχή να σκεπάζει με ήχους τις επιφάνειες του χώματος, των βράχων, των λιμνών? Έχει ακούσει κανείς τις δροσοσταλίδες καθώς πέφτουν από τις φυλλωσιές? Έχει ακούσει κανείς τους ήχους της ζωής που κρύβεται μέσα στην Φύση?
Έχει ακούσει ποτέ κανείς το κλάμα του λύκου προς το Φεγγάρι
http://howls-into-the-dusk.pblogs.gr/2009/08/colors-of-the-wind-.html